Σε μια ελαιόφυτη πλαγιά με φόντο τον ήσυχο κόλπο «Αμπελάκι» του Μεγανησίου, δύο πέτρινες κατοικίες μετασχηματίζονται, από το Ateno Architecture Studio, σε έναν μικρό, σύγχρονο ξενώνα. Η επέμβαση αξιοποιεί τον τοπικό χαρακτήρα των υφιστάμενων κτισμάτων, επιδιώκοντας την ήπια ενσωμάτωση του έργου στο περιβάλλον.
Δύο πέτρινοι ανεξάρτητοι όγκοι, ενωμένοι παλαιότερα με έναν ιδιόμορφο διάδρομο, αναδιαρθρώνονται πλήρως ώστε να στεγάσουν έξι δωμάτια φιλοξενίας, καθώς και τους απαραίτητους υποστηρικτικούς χώρους — υποδοχή, κουζίνα, αποθήκες.
Ένα μεταλλικό στέγαστρο σε γήινη απόχρωση γεφυρώνει τους δύο όγκους διαμορφώνοντας ένα στεγασμένο, σκιερό χώρο με υπαίθρια κουζίνα. Μπροστά της, τοποθετείται η πισίνα ως κεντροβαρικό στοιχείο της αυλής. Τέλος, ένα καμπύλο κάθισμα ελίσσεται κάτω από μια κυκλική σκιά, μαλακώνοντας τις αυστηρές γραμμές των πετρόκτιστων δομημάτων.
Ο εξωτερικός χώρος σχεδιάζεται εξ’ ολοκλήρου από την αρχή και αναπτύσσεται σε τρία επίπεδα. Η κεντρική αυλή λειτουργεί ως τόπος συνύπαρξης, ενώ οι γειτονικές διαμορφώσεις εξυπηρετούν τα δωμάτια του ισογείου, προσφέροντας μικρές, ιδιωτικές αυλές. Έτσι, η αίσθηση κοινότητας συνυπάρχει με την επιθυμία για στιγμές απομόνωσης και χαλάρωσης μέσα στο τοπίο.
Τα υλικά ριζώνουν το έργο στο περιβάλλον του. Γήινες αποχρώσεις και ήσυχοι τόνοι πάνω στις μεταλλικές επιφάνειες, το σοβά και το ξύλο, συμπληρώνουν την τοπική λιθοδομή, δημιουργώντας έναν ήπιο διάλογο ανάμεσα στο κτισμένο και το φυσικό περιβάλλον. Η πρόταση επικεντρώνεται στην απλότητα, επιτρέποντας στο έργο να λειτουργήσει ως φόντο για την απόλαυση του τόπου. Υποστηρίζοντας διακριτικά την εμπειρία του επισκέπτη, η μετασκευή των κτιρίων αναδεικνύει τη σημασία των φυσικών στοιχείων που τα περιβάλλουν: το μεταβαλλόμενο φως, τη θάλασσα και το θρόισμα των δέντρων.
English description: Perched on a hillside overlooking the sea of Meganisi’s Ampelaki cove, two existing stone houses, surrounded by centuries-old olive trees, are transformed by Ateno Architecture Studio, into a small contemporary resort.
Originally separate structures linked by a peculiar narrow corridor, the buildings are fully reconfigured into a retreat comprising six guest rooms, alongside essential spaces for reception, cooking, and storage.
A steel canopy spans the two volumes, creating a shaded outdoor space that houses an open kitchen and extends toward a swimming pool. A curving bench weaves beneath a circular shade, softening the lines of the rectilinear stone facades.
The outdoor space, constructed entirely anew, unfolds across three levels, with the central terrace serving as a shared gathering space, while the adjacent levels extend from the ground-floor rooms, offering secluded outdoor areas. Openness is therefore balanced with privacy, allowing each guest to experience both connection and retreat within the landscape.
Materials root the project in its surroundings. Earthy tones and muted hues applied on steel, plaster, and wood complement the natural stone, establishing a soft dialogue between the built and natural environment. The approach embraces simplicity, allowing the architecture to serve as a backdrop to the landscape. Quietly supporting the experience of place, the transformation frames the changing light, the sea, and the rustling of olive trees.