Σε επικλινές οικόπεδο στη Λακωνική Μάνη, σε μικρή απόσταση από την ακτογραμμή ώστε να διασφαλίζεται η ακεραιότητα του τοπίου και η απρόσκοπτη θέα, αναπτύσσεται, από την τεχνική εταιρεία OIKOMΟΡΦΕΣ, το νέο αυτό boutique ξενοδοχείο που επιδιώκει την ισορροπία ανάμεσα στη μανιάτικη αρχιτεκτονική παράδοση και στη σύγχρονη εμπειρία φιλοξενίας. Η σύνθεση αρθρώνεται σε δύο κύριους όγκους, οι οποίοι ερμηνεύουν με σύγχρονα μέσα την τυπολογία των πυργόσπιτων -λιτοί, συμπαγείς, με καθαρές γεωμετρίες από τοπικούς λίθους- και την κλασική εικόνα της λακωνικής υπαίθρου.
Ο πρώτος όγκος, στο υψηλότερο σημείο του οικοπέδου, φιλοξενεί τις δημόσιες λειτουργίες (reception, lobby, foyer, εστιατόριο) και σηματοδοτεί την είσοδο με πανοραμικό άνοιγμα προς τη θάλασσα. Ο δεύτερος, κλιμακωμένος κατά μήκος της φυσικής κλίσης, περιλαμβάνει τα δωμάτια. Ενώ παραμένουν ενιαία σε ύφος και αναλογίες, προσδίδοντας ισχυρή ταυτότητα στο κατάλυμα , διαφοροποιούνται εσωτερικά με στοιχεία όπως πατάρια, βυθισμένα λουτρά ή ιδιωτικές αυλές, προσφέροντας ποικιλία εμπειριών εντός μιας συνεκτικής αρχιτεκτονικής γλώσσας.
“Ανάμεσα στους δύο όγκους οργανώνεται ουπαίθριος πυρήνας του συγκροτήματος, που περιλαμβάνει τηνπισίνα, ζώνες ανάπαυσης και ηλιοθεραπείας, lounge, café–bar και εξωτερικό εστιατόριο.Η τοποθέτησή του το προστατεύει από ανέμους και οπτικές ενοχλήσεις, δημιουργώνταςμικροκλίμα ισορροπίας μεταξύ πέτρας, νερού και φύτευσης. Η χάραξη της πισίνας ακολουθεί τοφυσικό ανάγλυφο, περιορίζοντας τις εκσκαφές, ενώράμπες, τασκαλοπάτιακαι ταπλατώματαορίζουν οργανικές φόρμες για εξοικονόμηση χώρου την κίνηση του περιβάλλοντα χώρου με ρυθμό και συνέχεια”.
Στο εσωτερικό, η ατμόσφαιρα διατηρεί την ίδια λιτή και γαλήνια λογική. Γήινα επιχρίσματα αντανακλούν το φως, εμφανή ξύλινα ζευκτά ρυθμίζουν την κλίμακα, ενώ μικροτσιμεντοκονίες σε δάπεδα, πάγκους και λουτρά ενοποιούν τις επιφάνειες. Χτιστά έπιπλα, ενσωματωμένες εστίες και θαμποί υαλοπίνακες προσδίδουν ιδιωτικότητα και μεταφράζουν τη στιβαρότητα της πέτρας σε απαλότητα αφής. Παράλληλα, τα λουτρά των δωματίων ακολουθούν μια λογική ενοποίησης με το υπόλοιπο δωμάτιο.
“Η υλικότητα αντλείται από τον τόπο:χτυπητή τοπική πέτρα σε σκάλες και στηθαία,βοτσαλωτά και κυβόλιθοι στα δάπεδα, ξύλο και μέταλλο σε σκίαστρα και κιγκλιδώματα. Στο χαμηλότερο σημείο του οικοπέδου, τοχώμακαι τοχαλίκιπαραμένουν ανεπεξέργαστα για να διασφαλιστεί η συνέχεια με τις όμορες εκτάσεις. Ηφύτευσηπεριορίζεται σεξηροθερμικά είδη(ελιές, φρύγανα, σχίνα), μειώνοντας τις ανάγκες άρδευσης και ενισχύοντας την ένταξη στο μανιάτικο τοπίο”.
Η μελέτη ενσωματώνει παθητικές στρατηγικές με στόχο τη μείωση του ενεργειακού αποτυπώματος: θερμική μάζα λιθοδομών, πυκνές σκιάσεις και στοές που επιτρέπουν φυσικό διαμπερή αερισμό, φωταγωγούς για φως και αέρα, συλλογή βρόχινου νερού για άρδευση, καθώς και φωτιστικά χαμηλής έντασης με ελεγχόμενες κωνικότητες που περιορίζουν τη φωτορύπανση. Η κίνηση οχημάτων εξυπηρετείται μέσω διακριτικής ράχης που συνδέει την είσοδο με τον χώρο στάθμευσης, αφήνοντας τον υπαίθριο πυρήνα αποκλειστικά αφιερωμένο στους επισκέπτες.
Το έργο δεν επιχειρεί να αναπαραγάγει τη Μάνη, αλλά να αποδώσει με σύγχρονη ματιά την ουσία της: την αυστηρότητα της μορφής, την αλήθεια των υλικών και την ένταξη στο τοπίο. Προκύπτει έτσι μια πρόταση που συνδυάζει συνέπεια και ποικιλία, δημόσιο και ιδιωτικό, συλλογική εμπειρία και προσωπικότητα, προσφέροντας στον επισκέπτη τη σπάνια αίσθηση του να είναι ταυτόχρονα μέρος του τόπου και ξεχωριστός μέσα σε αυτόν.