Στη γαλήνια πλευρά της Σαντορίνης, μια κατά βάση αδιάφορη κατασκευή από την οικοδομική έκρηξη των αρχών του 2000 επανασχεδιάζεται με καθαρότητα και αυτοσυγκράτηση. Δουλεύοντας με τον υπάρχοντα φέροντα οργανισμό και όχι ενάντια σε αυτόν, οι Μαρίνα Καραμαλή και Κατερίνα Καραγιάννη του γραφείου KKMK Architects μεταμορφώνουν την κατοικία σε μια σύνθεση από πέτρα, γεωμετρία και μελετημένες μεταβάσεις.
Σύμφωνα με έναν αρχαίο ελληνικό μύθο, η Σαντορίνη γεννήθηκε από λευκή γη που έριξε στη θάλασσα ο Εύφημος, γιος του Ποσειδώνα. Ένα νησί διαμορφωμένο από ηφαιστειακή δύναμη, που κάποτε ονομάστηκε Καλλίστη, «η πιο όμορφη». Με τα χρόνια, η εικόνα της απέκτησε ένα ισχυρότερο νόημα: ένα τοπίο που προέκυψε μέσα από αντιθέσεις – ανάμεσα σε στεριά και θάλασσα, φωτιά και ησυχία, αφήγηση και υλικότητα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται το Magma White, μια κατοικία στο Ακρωτήρι, στη λιγότερο τουριστική πλευρά του νησιού. Το κτίριο προϋπήρχε, κατασκευασμένο στις αρχές της δεκαετίας του 2000, σε μια περίοδο έντονης ανοικοδόμησης στη Σαντορίνη, όπου πολλές κατοικίες χτίστηκαν χωρίς αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, συχνά μιμούμενες μορφές της τοπικής παράδοσης. Η αρχιτεκτονική ομάδα KKMK Architects, με τις Μαρίνα Καραμαλή και Κατερίνα Καραγιάννη, δεν επέλεξε να ξεκινήσει από την αρχή, αλλά να δουλέψει με ό,τι υπήρχε, επανακαθορίζοντας τον χώρο μέσω γεωμετρίας, υλικών και κατευθύνσεων.
“Το υπάρχον δομικό πλαίσιο διατηρήθηκε, αλλά οργανώθηκε εκ νέου μέσα από ένα σύστημα πέτρινων όγκων που επαναπροσδιορίζουν τις κινήσεις, τις χρήσεις και τις θεάσεις. Η κυκλοφορία αποκτά συνοχή, τα ανοίγματα προς το τοπίο γίνονται στοχευμένα, και η γεωμετρία λειτουργεί ως μέσο προσανατολισμού και αντίληψης. Η πισίνα, τοποθετημένη με ελαφρά κλίση, συνδέει τον εσωτερικό χώρο με τον ορίζοντα και ενοποιεί τα επιμέρους στοιχεία του οικοπέδου”.
Η υπαίθρια διαμόρφωση είναι μετρημένη και διαυγής: ένας υπαίθριος κινηματογράφος, ζώνες καθιστικού και ψησίματος, ένα ήπιο τοπογραφικό ανάγλυφο που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει, αλλά να εξυπηρετήσει. Η κατοικία βιώνεται ως μια αλληλουχία μεταβάσεων, από τον δρόμο έως την κεντρική είσοδο, από εκεί στην αυλή και στη συνέχεια στους ημιυπόγειους ξενώνες που έχουν ενσωματωθεί στην πλαγιά. Ένας κεντρικός διάδρομος λειτουργεί ως συνδετικός άξονας, ενοποιώντας τα επιμέρους επίπεδα και λειτουργίες.
“Οι υλικές επιλογές είναι συγκρατημένες, με κυρίαρχα τη λευκή επιφάνεια και την τοπική πέτρα. Το ξύλο εμφανίζεται διακριτικά, προσθέτοντας αίσθηση ακρίβειας, χωρίς να υπαγορεύει ύφος. Η χρωματική παλέτα προκύπτει από το περιβάλλον: αποχρώσεις του μπεζ που παραπέμπουν στον ασβεστόλιθο, απαλό ροζ από τη στάχτη, και το έντονο λευκό που χαρακτηρίζει τον κυκλαδίτικο οικισμό”.
Η κατοικία οργανώνεται σε δύο επίπεδα, με έξι υπνοδωμάτια, τρία σε κάθε όροφο, και μια κύρια σουίτα στον επάνω. Δύο ανεξάρτητοι ξενώνες έχουν διαμορφωθεί υπόσκαφα, ακολουθώντας τη γεωμετρία του βράχου και ανοίγοντας προς τη θέα. Οι κοινόχρηστοι εσωτερικοί χώροι περιλαμβάνουν τραπεζαρία, καθιστικό με τζάκι και βοηθητικούς χώρους, ενταγμένους στη συνολική σύνθεση χωρίς περιττές χειρονομίες.
Στο εσωτερικό, η τοπική παράδοση φιλτράρεται μέσα από μια σύγχρονη και λειτουργική προσέγγιση. Η μεταλλική διάτρητη σκάλα και η γέφυρα εισάγουν φως και κατακόρυφη κίνηση, παραπέμποντας σε ναυτικές κατασκευές. Τα έπιπλα είναι σχεδιασμένα ή επιλεγμένα με ακρίβεια: τραπέζι από μάρμαρο Βολάκα, εντοιχισμένα ράφια, χειροποίητα κρεβάτια, επιλεγμένα φωτιστικά όπως αυτά του Tom Dixon και καθίσματα Fishbone, τοποθετημένα όχι για να δηλώσουν ύφος, αλλά για να εξυπηρετήσουν με διακριτικότητα τον χώρο.
English description: Magma White is the architectural reworking of a pre-existing residence on the quiet side of Santorini. Originally built during the early 2000s construction boom, the structure reflected the era’s reliance on mimicry rather than design, with a fragmented layout and no clear spatial hierarchy. Instead of erasing these conditions, KKMK Architects, Marina Karamali and Kate Karagianni, chose to engage them directly. The project began with the existing skeleton and unfolded as an act of transformation through geometry, material, and spatial rhythm.
A new geometric system was introduced, overlaid onto the irregular footprint to bring order and direction. The architects wrapped the building in layers of local stone, which both clarified the spatial organization and masked structural inconsistencies. This wrapping redefined circulation, enclosed programmatic zones, and opened carefully framed views, without denying the structure’s origins. Geometry here is not aesthetic, it is operative.
“At the center of the composition sits a linear pool. Positioned with a deliberate offset, it aligns the interior axes with the horizon and reconciles prior asymmetries in plan. It also functions as a spatial bridge, connecting the domestic interior with the volcanic landscape beyond. Around it, a subtle outdoor topography unfolds: open-air cinema, shaded seating, and a barbecue zone are seamlessly integrated across stepped levels”.
The architecture is structured around movement. Transitions are essential, not decorative, but embedded into the experience of the house. The sequence begins at the street and unfolds through a measured procession: entrance, interior, courtyard, and finally, into the semi-subterranean guesthouses carved into the slope. A continuous corridorserves as the spatial spine, linking programs while maintaining visual and functional cohesion.
“Material articulation is exact. Local volcanic stone gives the project gravity and permanence, while white volumes and natural textures strike a balance between density and light. Perforated metal elements, such as the staircase, introduce porosity, allowing light and shadow to animate the interior and create subtle visual connections between levels”.
Inside, spatial openness is maintained through varied sightlines and discreet zoning. Functional areas are loosely defined rather than closed off. Bespoke joinery, built-in shelving, Volakas marble elements, and hand-crafted beds form a coherent interior language, contemporary, site-specific, and quietly tactile.
The architecture extends into the landscape sectionally. What was once a generic flat rooftop becomes a structured outdoor terrain. The guesthouses, conceived as modern hypóskapha, are embedded into the volcanic slope, referencing Cycladic tradition without relying on nostalgia. The result is a residence that is not decorative, but deliberate, layered, integrated, and in conversation with both site and structure.