Στο κέντρο του εμπορικού τριγώνου, στον πολυσύχναστο πεζόδρομο της Ερμού, μία στοά τρυπάει τα συνεχόμενα μέτωπα των κτιρίων, αποκαλύπτοντας σταδιακά το κτίριο 18. Η αυθεντική σπειροειδής δομή του κλιμακοστασίου, οδηγεί στο διαμέρισμα Νο9.
Το συγκεκριμένο project που ανέλαβαν οι αρχιτεκτόνισσες Έμυ Γεωργοσοπούλου και Αλεξάνδρα Ζαράνη, αφορά στην ανακαίνιση ενός στενόμακρου κελύφους, μόλις 36 τμ, για τη στέγαση ενός ξενοδοχειακού τύπου studio, που στοχεύει στην διατήρηση της ιδιαίτερης σχέσης με την ταυτότητα του παρελθόντος, μέσα από αντανακλάσεις μιας άλλοτε αθηναϊκής γοητείας.
Η ύπαρξη ενός μοναδικού αλλά εντυπωσιακού ανοίγματος στον χώρο, δημιούργησε την ανάγκη μίας ενιαίας διάταξης, επιτρέποντας στο φως να διαπεράσει όλο το βάθος του. Για την οργάνωση αυτή θέτονται νοητά όρια, βοηθώντας στον επιμερισμό των ενοτήτων κύριας και δευτερεύουσας χρήσης. Βασικό στοιχείο αποτελεί ο μαρμάρινος όγκος, που τοποθετείται εμβόλιμα της μακράς διάστασης, διαχωρίζοντάς την σε δύο άνισα σκέλη. Προκύπτει έτσι, μία ακολουθία μεταβάσεων από το μικρότερο τμήμα στο μεγαλύτερο, ενισχύοντας την σταδιακή αποκάλυψη του βασικού πυρήνα διημέρευσης.
“Στην πίσω ζώνη διαμορφώνεται ένας προθάλαμος, ο οποίος κρύβει βοηθητικές λειτουργίες, όπως το WC, αποθηκευτικούς χώρους αλλά και ένα μικρό σημείο στάσης”.
Στον λευκό αυτό καμβά, η μαρμάρινη κορνίζα του κύβου πλαισιώνει ένα πέρασμα που ξετρυπά τη μάζα του, αφήνοντας το βλέμμα να φτάσει ως την πόλη. Το ύψος χαμηλώνει, εντείνοντας την αίσθηση χωρικής μετάβασης. Η εντύπωση της σπηλιάς ενισχύεται από την ιδιαίτερη υλικότητα, καθώς επενδύεται εξ΄ ολοκλήρου με ένα κοκκινωπό ελληνικό μάρμαρο, που στο άγγιγμα της ματ υφής του ζωντανεύει το φυσικό του αποτύπωμα, δημιουργώντας ένα αίσθημα οικειότητας, γείωσης αλλά και πολυτέλειας.
Ανάμεσα τους γεννιέται μία ημικυκλική στήλη, που αγκαλιάζει συμπληρωματικά ένα χαμηλό έπιπλο. Η γεωμετρία αυτή αντικατοπτρίζεται αντιδιαμετρικά του διαδρόμου στους καθρέφτες των συρόμενων φύλλων μίας αποθηκευτικής ζώνης, μαρτυρώντας γωνιές του χώρου, που διαδέχεται αυτή την ενδιάμεση ογκοπλασία. Το ύψος επανέρχεται, ενώ δημιουργείται στους πλευρικούς τοίχους ένα πλέγμα από μεταλλικούς σωλήνες, που βοηθούν στον ορισμό μίας άτυπης δομής για την τοποθέτηση κινητών επίπλων και βοηθητικών σταθερών κατασκευών, όπως τα κομοδίνα και ο φωτισμός.
Την υλική ταυτότητα του χώρου, ολοκληρώνει το πέτρινο δάπεδο, από πλάκες βουρτιστού, λεπτόκοκκου μωσαϊκού, που ορθώνονται σε σοβατεπί ύψους 60 εκατοστών. Το αγυάλιστο μάρμαρο, η αδρή πέτρα, το απαλό άγγιγμα του ξύλου και οι μεταλλικές λεπτομέρειες συγκροτούν μια σύνθεση φυσικών υλικών που δομούν τα βασικά στοιχεία του χώρου.
Αυτός ο χαρακτήρας επεκτείνεται και σε άλλα γνωρίσματα, όπως η χειροποίητη κεραμική απλίκα τοίχου, καθώς και τα κεραμικά σερβίτσια, που υλοποιήθηκαν επί τούτου, σε μία προσπάθεια ολιστικής προσέγγισης σχεδιασμού. Ο χώρος καταλήγει σε μία ελεύθερη μαρμάρινη μπανιέρα, που τοποθετείται μπροστά στο άνοιγμα και λειτουργεί συνδυαστικά με το καθιστικό.
Καθώς σουρουπώνει, οι μελωδίες από τους πλανόδιους μουσικούς του δρόμου αιωρούνται στον αθηναϊκό ουρανό, αντηχώντας νοσταλγικά στο εσωτερικό. Η διαδικασία του λουτρού μεταφέρεται στα όρια του έξω κόσμου, με δύο φίλτρα επιλέξιμης ιδιωτικότητας εκατέρωθεν, μία σχεδόν διάφανη κεντητή κουρτίνα, που επιτρέπει στο φως να διαπερνά την ύφανσή της, και μία blackout αυλαία πλήρους συσκότισης. Καλλιεργώντας το αφήγημα μίας αισθητικής κληρονομιάς, που περιέχει έναν βαθύ εκλεκτισμό, αποτυπώνεται σε αυτή την χωρική προσέγγιση, η αναζήτηση μίας φιλοσοφίας, που αναμιγνύει τα στοιχεία μίας άλλης εποχής με τις νέες επιρροές και πρακτικές.
English description: In the heart of Athens’ historic commercial triangle, just off the lively Ermou Street, a quiet passage leads to a small surprise: Apartment No. 9 at Ermou18. This 36-square-metre studio has been carefully renovated by architects Emi Georgosopoulou and Alexandra Zarani as a hotel-style stay preserves a unique connection to the identity of the past, through reflections of a once Athenian charm.
The presence of a single yet striking opening in the space created the need for a unified layout, allowing light to penetrate through its entire depth. To achieve this organization, conceptual boundaries are set, aiding in the division between primary and secondary functional areas.
A key element is the marble volume, inserted across the long axis, dividing it into two unequal parts. This creates a sequence of transitions from the smaller section to the larger one, enhancing the gradual unveiling of the main living core.
On this white canvas, the marble frame of the cube outlines a passage that pierces through its mass, allowing the gaze to reach all the way to the city. The ceiling height drops, intensifying the sense of spatial transition.
The impression of a cave is enhanced by the distinctive materiality, as the space is entirely clad in a reddish Greek marble. Its matte texture, when touched, brings its natural imprint to life, evoking a sense of intimacy, grounding, and understated luxury.
A semicircular column rises between the two, gently embracing a low piece of furniture in a complementary gesture. This form finds its echo across the corridor, mirrored in the sliding panels of a storage zone, where reflections reveal fragments of the space unfolding beyond this transitional volumetric gesture.
The ceiling height returns, while a grid of metal pipes is created along the side walls, helping define an informal structure for placing movable furniture and fixed auxiliary elements, such as bedside tables and lighting. The material identity of the space is completed by the stone floor, made of brushed, fine-grained mosaic tiles, which rise up into a 60-centimeter-high baseboard.
The honed marble, the rough stone, the soft touch of wood, and the metal details form a composition of natural materials that shape the fundamental elements of the space. This character extends to other features as well, such as the handmade ceramic wall sconce and the ceramic tableware, which were custom-made in an effort towards a holistic design approach.
The space culminates in a freestanding marble bathtub, positioned in front of the opening and functioning in harmony with the living area. As dusk falls, melodies from wandering street musicians drift through the Athenian sky, echoing nostalgically within the interior. The bathing ritual reaches outward, touching the edges of the exterior world, framed by two layers of adjustable privacy: a nearly transparent embroidered curtain that filters the light through its weave, and a blackout curtain that offers complete darkness. Cultivating a narrative of aesthetic heritage infused with profound eclecticism, this spatial approach reflects a pursuit of a philosophythat merges elements from another era with emerging influences and practices.