Το ζήτημα του άδειου κτιριακού αποθέματος στην Ελλάδα αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αναξιοποίητου πλούτου, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η ανάγκη για στέγαση και βιώσιμη αστική ανάπτυξη είναι εντονότερη από ποτέ. Σε πολλές πόλεις, και κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, παρατηρείται μεγάλος αριθμός κενών κατοικιών, εγκαταλελειμμένων πολυκατοικιών και ανενεργών επαγγελματικών χώρων. Οι αιτίες αυτού του φαινομένου είναι ποικίλες και συνδέονται τόσο με την οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας όσο και με θεσμικές αδυναμίες, όπως η πολυϊδιοκτησία, η γραφειοκρατία και η έλλειψη κινήτρων για ανακαίνιση.
Η οικονομική κρίση οδήγησε σε μείωση της αγοραστικής δύναμης και σε αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης της ακίνητης περιουσίας, με αποτέλεσμα πολλοί ιδιοκτήτες να αδυνατούν να συντηρήσουν ή να αξιοποιήσουν τα ακίνητά τους. Παράλληλα, η αστικοποίηση και η μετακίνηση πληθυσμού προς συγκεκριμένες περιοχές άφησαν πίσω τους κτίρια χωρίς χρήση, ιδιαίτερα σε παλαιότερες γειτονιές ή μικρότερες πόλεις. Ωστόσο, το άδειο κτιριακό απόθεμα δεν αποτελεί μόνο πρόβλημα αλλά και σημαντική ευκαιρία.
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα κατεύθυνση είναι η ανάπτυξη εκπαιδευτικών και ερευνητικών χώρων. Παλιά βιομηχανικά κτίρια ή γραφεία μπορούν να μετατραπούν σε εργαστήρια, σχολές επαγγελματικής κατάρτισης ή ακόμα και παραρτήματα πανεπιστημίων, ενισχύοντας την τοπική ανάπτυξη.
Τα άδεια ακίνητα προσφέρονται επίσης για τη δημιουργία χώρων πολιτιστικής και κοινωνικής δραστηριότητας, όπως μικρά θέατρα, αίθουσες τέχνης, βιβλιοθήκες ή κέντρα νεολαίας. Αυτό μπορεί να αναζωογονήσει γειτονιές που έχουν υποβαθμιστεί.
Μία πιο σύγχρονη προσέγγιση είναι η μετατροπή τους σε ψηφιακά hubs ή χώρους για startups, προσελκύοντας νέους επαγγελματίες και ενισχύοντας την καινοτομία. Σε συνδυασμό με την εξ αποστάσεως εργασία, τέτοιοι χώροι μπορούν να λειτουργήσουν και ως περιφερειακά κέντρα εργασίας (remote work hubs).
Τέλος, μια πιο εναλλακτική αλλά σημαντική χρήση είναι η προσωρινή αξιοποίηση μέσω ενδιάμεσων χρήσεων: καλλιτεχνικά projects, pop-up καταστήματα ή εκθέσεις που ενεργοποιούν τα κτίρια για περιορισμένο χρονικό διάστημα, μέχρι να βρεθεί μόνιμη λύση.
Για να καταστεί εφικτή η αξιοποίηση αυτή, απαιτείται ένα συνεκτικό πλαίσιο πολιτικών. Η παροχή φορολογικών κινήτρων για ανακαινίσεις, η απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης, η δημιουργία μηχανισμών σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και η δημιουργία real estate επενδυτικών σχημάτων με έμφαση στην αποκατάσταση υφιστάμενων κτιρίων είναι κρίσιμες παρεμβάσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Παράλληλα, η καταγραφή και χαρτογράφηση του άδειου κτιριακού αποθέματος θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για στοχευμένες πολιτικές.
Ένα πολύ ενδιαφέρον καλλιτεχνικό παράδειγμα αξιοποίησης άδειων κτιρίων στο Λονδίνο είναι το μοντέλο της «προσωρινής δημιουργικής χρήσης» που έχει εφαρμοστεί συστηματικά τις τελευταίες δεκαετίες. Συγκεκριμένα, ο οργανισμός Bow Arts έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη μετατροπή κενών κτιρίων σε ζωντανούς καλλιτεχνικούς χώρους. Συνεργάζεται με δήμους, ιδιοκτήτες και developers για να αξιοποιήσει προσωρινά ανενεργά ακίνητα.
Επίσης, ένα ιδιαίτερα επιτυχημένο ευρωπαϊκό παράδειγμα αξιοποίησης άδειου κτιριακού αποθέματος είναι αυτό της Βαρκελώνης. Η Βαρκελώνη αντιμετώπισε έντονα το πρόβλημα των κενών κατοικιών μετά την οικονομική κρίση του 2008, όταν χιλιάδες ακίνητα έμειναν ανεκμετάλλευτα, ενώ ταυτόχρονα αυξανόταν η στεγαστική πίεση. Ο δήμος υιοθέτησε μια ενεργητική πολιτική παρέμβασης, συνδυάζοντας κίνητρα και υποχρεώσεις.
Συμπερασματικά, το άδειο κτιριακό απόθεμα στην Ελλάδα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως βάρος, αλλά ως ευκαιρία για αναζωογόνηση των πόλεων και βιώσιμη ανάπτυξη. Με τον κατάλληλο σχεδιασμό και τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων, μπορεί να μετατραπεί σε μοχλό κοινωνικής και οικονομικής προόδου και σε επενδυτική ευκαιρία.
Άρθρο της Δανάης Σταυριανού | Διπλ. Αρχιτέκτων Μηχανικός | Εταιρεία Delta Engineering – Σύμβουλοι Μηχανικοί | ομέας Μελετών Εφαρμογής Τεχνικών Έργων
Πηγή κεντρικής φωτογραφίας: Delta Engineering (blog)