Η δυνατότητα αλλαγής του συστήματος κεντρικής θέρμανσης στα κτίρια με οριζόντιες ιδιοκτησίες είχε ως αποτέλεσμα σε πολλές περιπτώσεις να δημιουργηθούν προβλήματα με τις αυτονομήσεις μεμονωμένων διαμερισμάτων από την κεντρική θέρμανση.

Προκειμένου να αποφεύγονται ανάλογα φαινόμενα, προτείνεται στη συνέχεια μία οικονομικότατη λύση αυτονόμησης από την κεντρική θέρμανση.
Με το άρθρο 127 του νόμου 4495/2017 δόθηκε η δυνατότητα αλλαγής του συστήματος κεντρικής θέρμανσης κτιρίων, τα οποία «περιλαμβάνουν περισσότερες από μία οριζόντιες ιδιοκτησίες» εφόσον:
  • Η πιο πάνω αλλαγή βελτιώνει την ενεργειακή αποδοτικότητα του κτιρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων (Κ.Ε.Ν.Α.Κ.).
  • Η αποσύνδεση από την κεντρική θέρμανση δεν θίγει τη θέρμανση των λοιπών ιδιοκτησιών.
Το άρθρο αυτό, όπως είχε εγκαίρως προειδοποιήσει η ΠΟΜΙΔΑ, προκάλεσε πολλές φιλονικίες και έριδες σε πλείστες περιπτώσεις ανά τη χώρα, με αυτονομήσεις μεμονωμένων διαμερισμάτων από την κεντρική θέρμανση, με αποτέλεσμα πολλές από αυτές τις περιπτώσεις να έχουν οδηγηθεί στα δικαστήρια.
Όπως όμως έχουμε κατ’ επανάληψη τονίσει, όταν ένα διαμέρισμα αποσυνδέεται από την κεντρική θέρμανση, μειώνεται το φορτίο στον κεντρικό λέβητα και επομένως ο λέβητας στο μέλλον θα λειτουργεί σε χαμηλότερο φορτίο, γεγονός το οποίο αποδεδειγμένα μειώνει το βαθμό αποδόσεως της κεντρικής θερμάνσεως, όπως ευθέως αποδεικνύεται από την παράγραφο 5.1.2.1 της Τεχνικής Οδηγίας ΤΕΕ (ΤΟΤΕΕ) 20701-1/2018.
Το γεγονός αυτό συνιστά επιβάρυνση των λοιπών ιδιοκτησιών και επομένως παραβιάζεται ευθέως η δεύτερη προϋπόθεση του νόμου. Όμως, και η πρώτη προϋπόθεση περί βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης του κτιρίου συχνά δεν πληρούται στην πράξη, διότι όποια κέρδη επιτυγχάνονται από τη βελτίωση της ενεργειακής αποδόσεως σε επίπεδο διαμερίσματος, εξανεμίζονται από τη μείωση του βαθμού αποδόσεως σε επίπεδο κτιρίου.
Λύση αυτονόμησης
Για την αντιμετώπιση προβλημάτων δυσλειτουργίας της κεντρικής θέρμανσης, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης που ακόμα διάγει η χώρα μας, προτείνεται στη συνέχεια μία οικονομικότατη λύση αυτονόμησης από την κεντρική θέρμανση.
Η λύση αυτή περιλαμβάνει:
α) Τοποθέτηση ατομικών μετρητών θερμότητας σε επίπεδο θερμαντικού σώματος, ούτως ώστε το κάθε διαμέρισμα να χρεώνεται ακριβώς τις θερμίδες που έκαψε.
β) Αντικατάσταση του υφιστάμενου λέβητα με λέβητα συμπυκνώσεως.
Οι ατομικοί μετρητές θερμότητας είναι γενικής εφαρμογής για όλες τις παλιές πολυκατοικίες, είτε έχουν αυτές δισωλήνιο είτε μονοσωλήνιο σύστημα. Στις τελευταίες όμως περιπτώσεις, εναλλακτικά, αντί για τοποθέτηση ατομικών μετρητών θερμότητας μπορεί να προτιμηθεί μία φθηνότερη λύση: Η αντικατάσταση των παλαιών ωρομετρητών από θερμιδομετρητές, ώστε να κατανέμεται η χρήση καυσίμων κατά διαμέρισμα με μεγαλύτερη ακρίβεια.
Η συνολική εξοικονόμηση που επιτυγχάνεται με μία απλή αντικατάσταση ενός υφιστάμενου λέβητα με λέβητα συμπυκνώσεως ανέρχεται περίπου στο 30%, ενώ φτάνει περίπου στο 15% με τους ατομικούς μετρητές θερμότητας, οι οποίοι αποτρέπουν τη σπάταλη χρήση –και συχνά την υπερθέρμανση των διαμερισμάτων πλησίον του λεβητοστασίου– και περιορίζουν έτσι την κατανάλωση.
Στη συνέχεια εξετάζονται και τεκμηριώνονται αναλυτικότερα οι δύο τρόποι εξοικονόμησης: 
i) Αντικατάσταση υφιστάμενου λέβητα κεντρικής θέρμανσης με νέο λέβητα συμπυκνώσεως
Η επέμβαση αυτή αποτελεί μία από τις πλέον ενεργειακώς αποδοτικές επεμβάσεις. Στην περίπτωση που η επέμβαση περιλαμβάνει την απλή αντικατάσταση του υφιστάμενου λέβητα με λέβητα νέας τεχνολογίας συμπυκνώσεως ο οποίος είναι λίαν αποδοτικός, χωρίς παράλληλα αλλαγή καυσίμου (είτε φυσικού αερίου είτε πετρελαίου), η εξοικονόμηση ενέργειας «ε» ως ποσοστό της αρχικής καταναλισκόμενης ενέργειας προκύπτει από τον τύπο:
ε = (Q_πριν – Q_μετά) / Q_ πριν = 1-Q_ μετά / Q_πριν = 1-(1/η_Μ ) / (1/η_Π ) = 1-η_Π / η_Μ (1)
Ο εποχιακός βαθμός αποδόσεως του λέβητα (η), μετά την αντικατάσταση του υφιστάμενου λέβητα με λέβητα συμπυκνώσεως, είναι της τάξεως του 95% έναντι του παλαιού λέβητα, ο οποίος λειτουργεί με εποχιακό βαθμό της τάξεως του 55 έως 65%.
Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι ένας λέβητας σε μία πολυκατοικία λειτουργεί κατά μέσο όρο στο 30% της ονομαστικής θερμαντικής ικανότητάς του, και αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δραματική μείωση του ονομαστικού βαθμού αποδόσεως, σύμφωνα με την παράγραφο 5.1.2.1 της ΤΟΤΕΕ- 207101-1.
Αντιθέτως, ο λέβητας συμπυκνώσεως διατηρεί την ονομαστική του απόδοση και υπό μερικό φορτίο. Αντικαθιστώντας στον ανωτέρω τύπο προκύπτει ότι: ε = 1-60%/95% = 36,7%  
ii) Ατομική μέτρηση θερμότητας και αυτονομία θερμάνσεως
Η παράγραφος 5 του άρθρου 11 του ν.4342/2015 για την «ενεργειακή απόδοση» επιβάλλει τη χρήση ατομικών κατανεμητών κόστους θερμότητας και ορίζει τα εξής: «Για τη μέτρηση της θερμότητας πρέπει να χρησιμοποιούνται ατομικοί κατανεμητές κόστους θερμότητας, για τη μέτρηση της κατανάλωσης θερμότητας σε κάθε θερμαντικό σώμα, εκτός εάν η εγκατάσταση των εν λόγω κατανεμητών κόστους θερμότητας δεν είναι οικονομικώς αποδοτική. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι δυνατό να αναζητούνται εναλλακτικές, οικονομικώς αποδοτικές μέθοδοι για τη μέτρηση της κατανάλωσης θερμότητας».
Η προβλεπόμενη από το νόμο κατανομή θερμότητας μπορεί να δώσει νέα ώθηση στην κεντρική θέρμανση αυτή καθ’ εαυτή σε παλιά δισωλήνια συστήματα κεντρικής θέρμανσης, και σε αρκετές περιπτώσεις να συμβάλει στην ενεργειακή οικονομία.
Σε επόμενο άρθρο θα εξεταστεί αναλυτικά η ενεργειακή και οικονομική απόδοση των ατομικών μετρητών θερμότητας καθώς και η συνδυασμένη εγκατάστασή τους, με ταυτόχρονη αντικατάσταση του λέβητα με τεχνολογία συμπυκνώσεως.
Άρθρο του Απόστολου Ευθυμιάδη | Δρ. Μηχανικός ΜΙΤ | Διπλωματούχος Μηχανολόγος – Ηλεκτρολόγος Μηχανικός ΕΜΠ | Ενεργειακός σύμβουλος ΠΟΜΙΔΑ/UIPI.