Άρθρο του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΝΤΕΣΗ – Μηχανολόγος Μηχανικός

Ο όρος «εσωτερικός αέρας – indoor air » χρησιμοποιείται συνήθως για να περιγράψει το εσωτερικό περιβάλλον μη βιομηχανικών κτιρίων όπως κτίρια γραφείων, δημόσια κτίρια (σχολεία, νοσοκομεία, θέατρα, εστιατόρια κ.λπ.) και ιδιωτικές κατοικίες. Οι ρυπογόνοι παράγοντες στον εσωτερικό αέρα αυτών των κτιρίων είναι συνήθως του ιδίου τύπου με εκείνους που εντοπίζονται στον υπαίθριο αέρα. Είναι πολλές οι περιπτώσεις που οι συγκεντρώσεις των ρύπων στο εσωτερικό αυτών των κτιρίων ξεπερνούν τις ατμοσφαιρικές συγκεντρώσεις. Πολλοί κάτοικοι ή εργαζόμενοι σε κτίρια εκφράζουν παράπονα για την ποιότητα του αέρα που αναπνέουν, δημιουργώντας την ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση της κατάστασης.

Σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, το 30% των νέων ή επισκευαζόμενων κτιρίων παρουσιάζουν προβλήματα «εσωτερικής ρύπανσης». Ο ανεπαρκής ή ακατάλληλος αερισμός, καθώς και οι χημικοί, βιολογικοί και φυσικοί ρύποι που προέρχονται από διάφορες πηγές (π.χ. φωτοαντιγραφικά μηχανήματα, προϊόντα καθαρισμού, καπνός από τσιγάρα κτλ.) μπορεί να δημιουργήσουν ένα ιδιαίτερα βλαβερό για τους ένοικους περιβάλλον. Συμπτώματα όπως πονοκέφαλος, δύσπνοια, ίλιγγος, εξάντληση, λήθαργος, δακρύρροια, αδυναμία συγκέντρωσης σχετίζονται άμεσα με την παραμονή σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Οι ειδικοί ονομάζουν την εκδήλωση τέτοιων συμπτωμάτων, τα οποία αφορούν κυρίως τους εργαζομένους σε γραφεία, «σύνδρομο άρρωστου κτιρίου (ΣΑΚ)».

Στις καθημερινές ανθρώπινες δραστηριότητες επιδημιολογικές μελέτες κατέδειξαν ότι το ΣΑΚ συμβάλει καθοριστικά στα παρακάτω:

  1. Μείωση της παραγωγικότητας των εργαζομένων 
  2. Αύξηση της απώλειας εργατοωρών λόγω ασθενείας των εργαζομένων 
  3. Αύξηση των απουσιών των μαθητών των σχολείων 
  4. Μείωση της περιόδου ζωής πλήρους ικανότητας

Ο εντοπισμός, ή μέτρηση και η καταγραφή των ρυπογόνων παραγόντων που συμβάλουν στην εμφάνιση του ΣΑΚ οδηγούν στην λήψη των κατάλληλων μέτρων ώστε να ελαχιστοποιηθεί ή να εξαλειφθεί το σύνδρομο αυτό. Ποια είναι όμως τα στοιχεία αυτά?

Το CO2 το οποίο παράγεται από την ανθρώπινη εκπνοή και συναντάται συχνά σε αυξημένες ποσότητες σε χώρους με πολλά άτομα και χωρίς επαρκή αερισμό. Δεν είναι τοξική ουσία, ωστόσο σε μεγάλες συγκεντρώσεις προκαλεί ασφυξία. Συγκεντρώσεις μεγαλύτερες των 800 ppm φανερώνουν ανεπαρκή αερισμό, συγκεντρώσεις από 600-800 ppm, δείχνουν επαρκή αερισμό, ενώ συγκεντρώσεις μικρότερες των 600 ppm είναι οι συνιστώμενες για τα σχολεία. Το όριο συγκέντρωσής του σύμφωνα με την ASHRAE είναι 1000 ppm για συνεχή έκθεση (8h), ενώ η μέγιστη επιτρεπτή συγκέντρωση είναι 9000mg/m³ (5001.14 ppm) σύμφωνα με την Τ.Ο.Τ.Ε.Ε. 2425/86. Παρόλα αυτά, τιμές CO2 μεγαλύτερες των 600ppm θεωρούνται πλέον οριακά ανεκτές. Ως μέτρο περιορισμού του διοξειδίου του άνθρακα σε εσωτερικούς χώρους θεωρείται ο περιορισμός των πηγών εκπομπής του και ο συχνός αερισμός. Το CO2 λοιπόν είναι ένας χρήσιμος δείκτης για την αξιολόγηση της ποιότητας του εξαερισμού.

Οι Πτητικές Οργανικές Ενώσεις (VOC’s) (αλκάνια, αρωματικοί υδρογονάνθρακες, εστέρες, αλκοόλες, και κετόνες ) εκπέμπονται από διαλυτικά και καθαριστικά προϊόντα, κόλες, ρητίνες, προωθητικά σπρέι, μαλακτικά και αποσμητικά, χημικά για ξηρό καθαρισμό, πίνακες και διακοσμητικά με βαφές, αποθηκευμένα καύσιμα, υλικά για οροφές και πατώματα, κεριά και υλικά γυαλίσματος, μαρκαδόρους και πλαστικοποιητές. Είναι μια από τις πιο σημαντικές κατηγορίες ουσιών, καθώς διαπιστώθηκε ότι οι VOC μπορεί να επηρεάσουν την άνεση του ανθρώπου και μπορεί να προκαλέσουν αισθητήριες επιδράσεις [Molhave 1992]. Αυτό σημαίνει ότι οι VOC είναι μια από τις αιτίες για την αντίληψη της κακής ποιότητας αέρα στο εσωτερικό των κτιρίων από τους ενοίκους και για την παρουσία σχετικών συμπτωμάτων. Τα επίπεδα των VOC που βρίσκονται στον αέρα εσωτερικών χώρων δεν είναι τις περισσότερες φορές υπεύθυνα για τοξικές επιδράσεις στην υγεία, εντούτοις, αρκετές Πτητικές Οργανικές Ενώσεις έχουν ταξινομηθεί ως καρκινογόνες, ενώ άλλες είναι επικίνδυνες για την ανθρώπινη υγεία [ΠΟΥ 1987, IARC 1982, ΠΟΥ 1989, Amman 1986]. Σύμφωνα με την οδηγία που προτείνεται από τον Molhave [Molhave 1990], το επίπεδο TVOC δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 200 μgm-3, προκειμένου να διασφαλιστεί η ανθρώπινη άνεση, ενώ ο Seifert [Seifert 1990] πρότεινε τιμή στόχο 300 μgm-3 για το TVOC.

Επίσης συναντώνται αρκετές φορές σε μεγάλες συγκεντρώσεις αμίαντος, ραδόνιο, φορμαλδεΰδη, μόλυβδος, bioaerosols, ρύποι καύσεων και τσιγάρου.

Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκε και όρος Ποιότητα Εσωτερικού Αέρα (IAQ-Indoor Air Quality).  Σωστή ποιότητα αέρα σε ένα εσωτερικό χώρο σημαίνει συνθήκες υγείας και άνεσης για τα άτομα που ζουν και εργάζονται στον χώρο αυτό.

Η παροχή φρέσκου αέρα λοιπόν είναι απαραίτητη για την υγιεινή διαβίωσή μας. Ο φυσικός αερισμός αποτελεί λύση ωστόσο δεν είναι η ιδανική καθώς σπαταλάμε πολύτιμη ενέργεια κλιματισμού. Επίσης οι νέοι κανονισμοί επιβάλουν παχύτερα στρώματα τοιχοποιίας και πιο σύγχρονες τεχνικές μόνωσης, ώστε να μειωθούν οι απώλειες ενέργειας. Αυτό αποτρέπει την ‘’φυσική’’ αναπνοή του κτιρίου, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει ακόμα και η δυνατότητα ανάπτυξης μούχλας.

Επομένως ο Μηχανικός Εξαερισμός είναι απαραίτητος για να αραιώσει και να εξαντλήσει τους εσωτερικούς ρύπους όπως το διοξείδιο του άνθρακα και τις πτητικές οργανικές ενώσεις. Έτσι λοιπόν απαιτείται η χρήση των ανεμιστήρων για να εισαγάγουν το φρέσκο αέρα από το εξωτερικό περιβάλλον στο εσωτερικό και να αποβάλουν τον πολυδιατηρημένο αέρα από το εσωτερικό του κτιρίου στο εξωτερικό περιβάλλον.

Μεγάλο πλεονέκτημα της συνεχούς προόδου της τεχνολογίας είναι τα ολοκληρωμένα πακέτα Ελέγχου Απαιτήσεων Αερισμού (Demand Ventilation) όπου η παροχή αέρα είναι ρυθμισμένη σύμφωνα με την ενεργό απαίτηση. Γι αυτό και χρησιμοποιείται μόνο η απαραίτητη ενέργεια που χρειάζεται για την δημιουργία του σωστού επιπέδου άνεσης. Ο ανεμιστήρας επιβραδύνει αυτόματα τις στροφές του, μειώνοντας την παροχή αέρα ανάλογα με τις απαιτήσεις μας. Ο Έλεγχος Απαιτήσεων Αερισμού μας δίνει μια αποτελεσματική λύση στην εξοικονόμηση ενέργειας με χαμηλά λειτουργικά έξοδα, μειώνοντας τις φθορές χρήσης και έχει μηδαμινή περιβαλλοντική επίδραση. Με άλλα λόγια προσφέρεται μεγαλύτερη άνεση με μικρότερο κόστος λειτουργίας.

Διατίθενται στην αγορά ολοκληρωμένες λύσεις Ανάκτησης Θερμότητας με την χρήση εναλλακτών θερμότητας αέρα–αέρα (οικιακές-επαγγελματικές μονάδες) που χρησιμοποιούνται σε εγκαταστάσεις κλιματισμού – εξαερισμού για την ανάκτηση μέρους της απορριπτόμενης ενέργειας, επιτυγχάνοντας έτσι μεγάλη εξοικονόμηση ενέργειας που μπορεί να φτάσει έως και 90%.

Τέλος, απαραίτητη κρίνεται και η τακτική συντήρηση κλιματιστικών μονάδων με σκοπό την επιθεώρηση των φίλτρων τους. Τα ηλεκτρονικά φίλτρα έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά στην απομάκρυνση σωματιδίων, βακτηρίων και VOCs και συνάμα καταναλώνουν λιγότερη ενέργεια για τη λειτουργία των ανεμιστήρων. Η ενίσχυσή τους με ενεργό άνθρακα τα καθιστά ακόμα πιο αποδοτικά. Γενικότερα, η αποτελεσματικότητα των φίλτρων επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το μέγεθος των σωματιδίων, το είδος και το υλικό του φίλτρου και το βαθμό φόρτισής του. Ο τελευταίος παράγοντας ουσιαστικά επιβάλει την τακτική συντήρηση ή αντικατάσταση των φίλτρων.

Εν κατακλείδι, η εμφάνιση του συνδρόμου των άρρωστων κτιρίων ή άλλων παρόμοιων συνδρόμων, συνδέεται με την φτωχή ποιότητα του εσωτερικού περιβάλλοντος στους χώρους των κτιρίων. Η έκθεση των χρηστών ενός κτιρίου σε μη ικανοποιητική ποιότητα εσωτερικού περιβάλλοντος είναι πράγματι σημαντική από την στιγμή που καταναλώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό του ημερήσιου χρόνου τους μέσα στα κτίρια και επειδή συχνά οι ρύποι στους εσωτερικούς χώρους των κτιρίων μπορεί να εμφανίζουν συγκέντρωση και εκατό φορές μεγαλύτερη από την συγκέντρωση των αντιστοίχων ατμοσφαιρικών ρύπων.