Πιο φιλόδοξους εθνικούς στόχους για την ενέργεια και το κλίμα θέτει το αναθεωρημένο ΕΣΕΚ για την επόμενη δεκαετία, λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά και τους στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το νέο ΕΣΕΚ, τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση από χθες το απόγευμα, διαδικασία που θα διαρκέσει μέχρι και τις 16 Δεκεμβρίου.
Αναλυτικότερα:
Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) αποτελεί τον οδικό χάρτη που εξειδικεύει τις βασικές προτεραιότητες της κυβέρνησης στους δυο αυτούς τομείς (ενέργεια-κλίμα), από την ταχεία απολιγνιτοποίηση με πρόσημο κοινωνικής δικαιοσύνης και υπευθυνότητας, έως την αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα και την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων στα δίκτυα διανομής φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού, ως εργαλεία προώθησης των απαραίτητων επενδύσεων για την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό των εν λόγω δικτύων.
Μέσω του ΕΣΕΚ αναδεικνύονται οι προτεραιότητες και οι αναπτυξιακές δυνατότητες που έχει η χώρα μας σε θέματα ενέργειας και αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και προβλέπεται ένας συγκεκριμένος οδικός χάρτης για την επίτευξη συγκριμένων ποσοτικών και ποιοτικών στόχων, πάνω στον οποίο θα περιγράφονται Προτεραιότητες και Μέτρα Πολιτικής σε ένα ευρύ φάσμα αναπτυξιακών και οικονομικών δραστηριοτήτων.
Οι προτεραιότητες και τα μέτρα πολιτικής διατρέχουν τις έξι διαστάσεις της Ευρωπαϊκής Ενεργειακής Ένωσης:
  1. Κλιματική Αλλαγή και Εκπομπές Αερίων του Θερμοκηπίου
  2. Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας
  3. Βελτίωση Ενεργειακής Απόδοσης
  4. Ασφάλεια Ενεργειακού Εφοδιασμού
  5. Αγορά Ενέργειας
  6. Έρευνα, Καινοτομία και Ανταγωνιστικότητα
Και επιπρόσθετα τον Αγροτικό Τομέα, τη Ναυτιλία και τον Τουρισμό
Οι κύριοι ενεργειακοί και κλιματικοί στόχοι και προτεραιότητες, που ελήφθησαν υπόψη κατά την εκπόνηση και την υλοποίηση του ΕΣΕΚ είναι οι εξής:
  • Η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου μοντέλου βιώσιμης ανάπτυξης σε όλους τους κλάδους της οικονομίας.
  • Ο συνδυασμός της ανάπτυξης του ενεργειακού τομέα με την περιβαλλοντική προστασία μέσω λήψης αποφασιστικών μέτρων για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής.
  • Η επιλογή πολιτικών με τη βέλτιστη σχέση κόστους-οφέλους για την ενεργειακή μετάβαση.
  • Η μετατροπή της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο με ισχυρή συμβολή στην ενεργειακή ασφάλεια και ασφάλεια εφοδιασμού της ΕΕ.
  • Η στρατηγική διαφοροποίησης των εισαγωγών ενέργειας, παράλληλα με τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη ενεργειακών υποδομών και την άρση της ενεργειακής απομόνωσης των νησιών.
  • Η δημιουργία ελκυστικού επενδυτικού περιβάλλοντος για την υποστήριξη στην ενεργειακή μετάβαση, με έμφαση στην καινοτομία και τις νέες τεχνολογίες.
  • Η μέγιστη αξιοποίηση κοινοτικών πόρων και μηχανισμών και
  • Η ενίσχυση της εξωστρέφειας και της καινοτομίας για να επιτευχθεί ανάπτυξη που θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας.
Εκτιμάται ότι μόνο από την υλοποίηση των μέτρων και πολιτικών για τις ΑΠΕ και την ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων μπορούν να δημιουργηθούν και να διατηρηθούν πάνω από 60.000 θέσεις εργασίας έως το 2030. Το εισόδημα των εργαζομένων που σχετίζονται με τους κλάδους αυτούς υπολογίζεται ότι μπορεί να εμφανίσει δυνητική αύξηση 8,2 δισ. ευρώ και η εγχώρια προστιθέμενη αξία στους δυο αυτούς κλάδους να ενισχυθεί κατά 20,7 δις. ευρώ.
Η δε επίτευξη των στόχων σε όλους τους πυλώνες του ΕΣΕΚ θα κινητοποιήσουν επενδύσεις, εκτιμώμενου ύψους 44 δις. ευρώ για την επόμενη δεκαετία. Στο επίκεντρο της επενδυτικής δραστηριότητας αναμένεται να βρεθούν τα ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ, οι νέες υποδομές στα δίκτυα ηλεκτρισμού, τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης και οι δράσεις ανακύκλωσης και κυκλικής οικονομίας.
To αναθεωρημένο ΕΣΕΚ καθορίζει πιο φιλόδοξους εθνικούς Στόχους για επίτευξη των επιδιώξεων της Ενεργειακής Ένωσης της ΕΕ έως το 2030, τόσο σε σχέση με το αρχικό σχέδιο ΕΣΕΚ του Ιανουαρίου που είχε σταλεί για αξιολόγηση προς τις υπηρεσίες της ΕΕ, όσο και από τους κεντρικούς Ευρωπαϊκούς στόχους που έχουν τεθεί στο πλαίσιο της Ενεργειακής Ένωσης.
Πιο συγκεκριμένα:
  • Θέτει υψηλότερο στόχο μείωσης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, για να γίνει δυνατή η μετάβαση σε μια οικονομία κλιματικής ουδετερότητας έως το έτος 2050.
  • Δρομολογεί τη δέσμευση για την απολιγνιτοποίηση του τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, οδηγώντας σε ριζικό μετασχηματισμό τον ενεργειακό τομέα.
  • Αυξάνει τη διείσδυση των ΑΠΕ στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας Ενισχύει τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης θέτοντας πιο φιλόδοξο στόχο εξοικονόμησης ενέργειας.
  • Εστιάζει στη λειτουργία απελευθερωμένων και ανταγωνιστικών εγχώριων ενεργειακών αγορών.
  • Ενισχύει τον περιφερειακό ενεργειακό ρόλο της χώρας και επιταχύνει την ολοκλήρωση των ενεργειακών υποδομών.
Στον παρακάτω πίνακα περιγράφονται συνοπτικά οι νέοι, πιο φιλόδοξοι στόχοι του αναθεωρημένου ΕΣΕΚ σε σχέση τόσο με το αρχικό σχέδιο, όσου και τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Έτος στόχου: 2030
Τελικό EΣΕΚ
Αρχικό σχέδιο ΕΣΕΚ
Nέοι Στόχοι   ΕΣΕΚ σε σχέση με στόχους Ευρωπαϊκής Ένωσης
Μερίδιο ΑΠΕ στην Ακαθάριστη Τελική Κατανάλωση Ενέργειας
≥35%
31%
Αυξημένος βαθμός φιλοδοξίας σε σχέση με Ευρωπαϊκό κεντρικό στόχο 32%
Μερίδιο ΑΠΕ στην Ακαθάριστη Τελική Κατανάλωση Ηλεκτρικής Ενέργειας
»61-64%
56%
Τελική Κατανάλωση Ενέργειας
»16.1-16.5Mtoe
(≥38%)
18.1Mtoe
Αυξημένος βαθμός φιλοδοξίας σε σχέση με Ευρωπαϊκό κεντρικό στόχο 32,5%
Μερίδιο Λιγνίτη στην Ηλεκτροπαραγωγή
0%
16.5%
Μείωση Αερίων του Θερμοκηπίου (ΑτΘ)
≥42% vs 1990,
≥55% vs 2005
32% vs 1990,
48% vs 2005
Σε ταύτιση με κεντρικούς Ευρωπαϊκούς στόχους
Σημειώνεται ότι οι βασικοί ποσοτικοί στόχοι πολιτικής έως το 2030 αποτελούν παράλληλα «ενδιάμεσους» στόχους για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως το 2050, όπου στόχος της κυβέρνησης είναι να υιοθετήσει την δέσμευση για μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία σε επίπεδο ΕΕ.

Απολιγνιτοποίηση

Εμβληματικός στόχος στο πλαίσιο του νέου σχεδιασμού αποτελεί το φιλόδοξο μεν, ρεαλιστικό δε πρόγραμμα για την εμπροσθοβαρή απολιγνιτοποίηση της χώρας, με πλήρη «απόσυρση» του εν λόγω καυσίμου από το εγχώριο σύστημα ηλεκτροπαραγωγής έως το 2028.
Η απόσυρση όλων των λιγνιτικών μονάδων μέχρι το έτος 2028 θα γίνει συντεταγμένα και υπεύθυνα. Απόλυτη προτεραιότητα της Κυβέρνησης είναι η μετάβαση στην μεταλιγνιτική εποχή να γίνει με τρόπο δίκαιο για τις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης.
Για το λόγο αυτό, και υπό την αιγίδα μιας διυπουργικής επιτροπής, θα εκπονηθεί και θα παρουσιαστεί στα μέσα του 2020 ένα ολοκληρωμένο Σχέδιο Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης (Master Plan) που θα αποτελεί τον αναπτυξιακό οδικό χάρτη στην μετά τον λιγνίτη εποχή.
Αυτό θα περιλαμβάνει ένα πλέγμα μέτρων και προβλέψεων που θα αφορούν, μεταξύ άλλων: επενδυτικά και φορολογικά κίνητρα, νέες υποδομές, αξιοποίηση των τοπικών φυσικών πόρων, την στήριξη της αγροτικής παραγωγής και του τουρισμού, την μετεκπαίδευση των εργαζομένων, την εξασφάλιση των θέσεων εργασίας και την δημιουργία νέων μέσω ενός ευέλικτου αναπτυξιακού μετασχηματισμού και της ανάπτυξης όλων των τομέων της παραγωγής.
Το ότι η παρουσίαση Σχεδίου θα γίνει μέσα στο 2020 δεν σημαίνει φυσικά ότι δεν έχουν εξελίσσονται ήδη στοχευμένες παρεμβάσεις προς όφελος των υπό μετάβαση περιοχών.
Έχουν αναληφθεί οι απαραίτητες πρωτοβουλίες για να αποδοθεί στις ενεργειακές περιοχές το τέλος ανάπτυξης της ΔΕΗ, ένα ποσό κοντά στα 130 εκατομμύρια ευρώ που τους οφείλεται από το 2014, ενώ οι περιοχές αυτές θα συνεχίσουν να λαμβάνουν χρηματοδότηση από τα έσοδα πλειστηριασμών δικαιωμάτων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου μέσω του Πράσινου Ταμείου.
Παράλληλα, στο πλαίσιο του νέου Ευρωπαϊκού Προϋπολογισμού για την περίοδο 2021-2027, θα διεκδικηθεί η αυξημένη εισροή κεφαλαίων από το νέο Ευρωπαϊκό Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης (Just Transition Fund) διασφαλίζοντας ότι οι περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης θα πληρούν τα κριτήρια χρηματοδότησης διαθέτοντας έργα σε προχωρημένο στάδιο ωρίμανσης.
Σημαντικός προς αυτήν την κατεύθυνση θα είναι και ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων που φιλοδοξεί να μετατραπεί σε μια «Κλιματική Τράπεζα». Επιπροσθέτως, κονδύλια από προγράμματα όπως το Horizon, το Connecting Europe Facility και το Invest EU θα υποστηρίξουν αυτήν την προσπάθεια.

Αυξημένη διείσδυση ΑΠΕ

Αναθεωρείται ο στόχος για συμμετοχή των ΑΠΕ στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας στο 35% έως το 2030, επίπεδο σχεδόν διπλάσια από τα σημερινό επίπεδο του 18%. Η σημαντικά υψηλότερη συμμετοχή ΑΠΕ συνδέεται προφανώς με τη δέσμευση για οριστική απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων έως το 2028, απόφαση που δημιουργεί χώρο για επιπλέον εγκατάσταση μονάδων ΑΠΕ, ενώ ενισχύει τον ρόλο των μονάδων φυσικού αερίου που θα παρέχουν και την απαραίτητη ευελιξία στο σύστημα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η επίτευξη του κεντρικού στόχου για τις ΑΠΕ προϋποθέτει υπερδιπλασιασμό της εγκατεστημένης ισχύος του συνόλου των τεχνολογιών ΑΠΕ, εξαιρουμένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών.
Ειδικά στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής οι ΑΠΕ θα αποτελούν τη βασική πηγή ήδη από τα μέσα της επόμενης δεκαετίας, ξεπερνώντας ως μερίδιο το 65% της εγχώριας ηλεκτροπαραγωγής μέχρι το 2030, αξιοποιώντας με τον βέλτιστο οικονομικά τρόπο το υψηλό δυναμικό που διαθέτει χώρα, κυρίως για ειδικούς και φωτοβολταϊκούς σταθμούς. Πρέπει να σημειωθεί ότι, όσον αφορά στα θαλάσσια αιολικά πάρκα, τίθεται ως ενδεικτικός στόχος το 2030 να λειτουργούν τέτοια πάρκα συνολικής εγκατεστημένης ισχύος της τάξης των 250 MW.

Εξέλιξη εγκατεστημένης ισχύος μονάδων ΑΠΕ για ηλεκτροπαραγωγή

Ηλεκτροπαραγωγή –                                             Εγκατεστημένη Ισχύς [GW]
2020
2022
2025
2027
2030
Βιομάζα & Βιοαέριο
0,1
0,1
0,1
0,2
0,3
Υ/Η
3,5
3,8
3,9
3,9
3,9
Αιολικά
3,6
4,2
5,2
6,0
7,0
Φ/Β
3,0
3,9
5,3
6,3
7,7
Ηλιοθερμικοί σταθμοί
0,0
0,0
0,1
0,1
0,1
Γεωθερμία
0,0
0,0
0,0
0,0
0,1
Σύνολο
10,2
12
14,6
16,5
19,1
Επιπλέον στόχοι που αφορούν είναι το μερίδιο των ΑΠΕ για τις ανάγκες θέρμανσης και ψύξης να ξεπεράσει το 40% και στον τομέα των μεταφορών να προσεγγίσει το 19 %. Ποσοτικός στόχος τίθεται επίσης και για την προώθηση συστημάτων ΑΠΕ στα κτίρια και των συστημάτων διεσπαρμένης παραγωγής, μέσω αυτοπαραγωγής, ενεργειακού συμψηφισμού και ενεργειακών κοινοτήτων.
Προβλέπεται συγκεκριμένα έως το 2030 η λειτουργία τέτοιων συστημάτων ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ εγκατεστημένης ισχύος 1 GW, ικανών να καλύψουν την μέση ηλεκτρική κατανάλωση τουλάχιστον 330.000 νοικοκυριών. Τέλος, επιδιώκεται να αξιολογηθούν μέσω πιλοτικών εγκαταστάσεων νέες εφαρμογές/τεχνολογίες για ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ (π.χ. κυματική ενέργεια) ή συνδυαστικές εγκαταστάσεις από ΑΠΕ π.χ. για παραγωγή υδρογόνου.
Για την επίτευξη των στόχων για τις ΑΠΕ, η συνολική αναμόρφωση του αδειοδοτικού πλαισίου και η επιτάχυνση των διαδικασιών αποτελεί επιτακτική ανάγκη ώστε να προσεγγίσει η Ελλάδα το ευρωπαϊκό benchmark (δυο χρόνια).
Στο πλαίσιο αυτό, έχει συσταθεί ειδική Επιτροπή με αποστολή να απλοποιήσει την αδειοδοτική διαδικασία σε δυο στάδια:
  • 1ο στάδιο (Δεκέμβριος 2019): απλοποίηση της διαδικασίας χορήγησης της Άδειας Παραγωγής και σύνταξη των απαιτούμενων νομοθετικών ρυθμίσεων.
  • 2ο στάδιο (Άνοιξη 2020): απλοποίηση των αδειοδοτικών διαδικασιών μετά την Άδεια Παραγωγής (περιβαλλοντικά, προσφορά σύνδεσης, άδεια εγκατάστασης, άδεια λειτουργίας και σύνταξη των απαιτούμενων νομοθετικών ρυθμίσεων).
Σε τεχνικό επίπεδο, κρίσιμη είναι η ανάπτυξη του θεσμικού πλαισίου για τις μονάδες αποθήκευσης και τη συμμετοχή τους στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με έμφαση στην αντλησιοταμίευση που είναι η πιο διαδεδομένη τεχνολογία διεθνώς για την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας σε μεγάλα μεγέθη.

Ενεργειακή απόδοση

Η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης αποτελεί βασική οριζόντια προτεραιότητα και άξονας πάνω στον οποίο σχεδιάζονται όλες οι άλλες πολιτικές. Επιδίωξη της κυβέρνησης είναι να υπάρξει συνδυασμός κανονιστικών παρεμβάσεων και χρηματοδοτικών εργαλείων, ώστε η τελική κατανάλωση ενέργειας το 2030 να περιοριστεί στα επίπεδα του 2017, με στόχο να επιτευχθεί βελτίωση ενεργειακής απόδοσης της τάξης του 38%.
Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός σχεδιάζονται ειδικά μέτρα για τον κτιριακό τομέα, τόσο για τα δημόσια κτίρια (πρόγραμμα ΗΛΕΚΤΡΑ που αφορά στη χρηματοδότηση παρεμβάσεων ενεργειακής απόδοσης, με συμμετοχή Επιχειρήσεων Ενεργειακών Υπηρεσιών) όσο και για τα ιδιωτικά. Στο πλαίσιο αυτό έχει τεθεί ως στόχος η ανακαίνιση και αντικατάσταση του 12-15% του αποθέματος των κτιρίων κατοικίας με νέα, σχεδόν μηδενικής ενεργειακής κατανάλωσης έως το 2030. Επιδιώκεται κάθε χρόνο να αναβαθμίζονται ενεργειακά κατά μέσο όρο 60.000 κτίρια. Ο συγκεκριμένος στόχος θα συμβάλλει στην ριζική αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος δίνοντας παράλληλα σημαντική ώθηση στον κατασκευαστικό κλάδο. Συνολικά η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης του κτιριακού αποθέματος αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας κατά 8 δις. ευρώ και στο να δημιουργηθούν και να διατηρηθούν πάνω από 22 χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης.
Σημειώνεται τέλος ότι η ίδρυση του Ταμείου Ενεργειακής Απόδοσης, θα ενισχύσει σημαντικά την υλοποίηση μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης σε όλους τους τομείς κατανάλωσης ενέργειας. Και τούτο διότι αναμένεται να διευκολύνει την πρόσβαση σε χρηματοδότηση των εμπλεκομένων μερών, να συμβάλλει στη βελτίωση του δείκτη κόστους αποτελέσματος των υλοποιούμενων προγραμμάτων και στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση ανεκμετάλλευτου δυναμικού εξοικονόμησης ενέργειας σε συγκεκριμένους κλάδους.

Ηλεκτροκίνηση

Προτεραιότητα αποτελεί η προώθηση της ηλεκτροκίνησης που θα στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ, ενώ α προσφέρει και σημαντική εξοικονόμηση ενέργειας μέσω της βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης. Γι’ αυτό στο ΕΣΕΚ εντάσσεται και το Στρατηγικό Σχέδιο για την προώθηση της Ηλεκτροκίνησης, ενώ τίθεται ως ποσοτικός στόχος το μερίδιο των ηλεκτρικών επιβατικών οχημάτων στις νέες ταξινομήσεις κατά το 2030 να ανέρχεται στο 30%, με πρόβλεψη για ραγδαία ανάπτυξη του ποσοστού των ηλεκτροκίνητων ΙΧ μετά το 2027.
Η χάραξη της εθνικής πολιτικής προώθησης της ηλεκτροκίνησης κινείται σε πέντε άξονες:
  1. Tη διεύρυνση της «αγοραστικής βάσης» της Ελληνικής Αγοράς, μέσω της διαφοροποίησης της καταναλωτικής ταυτότητας (προφίλ).
  2. Tην αντικατάσταση παλαιότερων οχημάτων με «καθαρά» οχήματα υβριδικής και αμιγώς ηλεκτρικής τεχνολογίας.
  3. Tην αύξηση του υφιστάμενου 0,3% μεριδίου των Η/0 στην ελληνική αγορά σε 6,6% επί των ταξινομήσεων εντός χρονικού διαστήματος 5 ετών (2020-2024).
  4. Tην ανάπτυξη νέου «περιβάλλοντος χρήσης» τόσο από πλευράς υποδομών όσο και παροχών (κινήτρων).
  5. Tην ενημέρωση του κοινού μέσω της προώθησης επικοινωνιακών προγραμμάτων.
Για να διευκολυνθεί η ομαλή μετάβαση προς την κινητικότητα μηδενικών εκπομπών, θα πρέπει να σχεδιασθεί ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα παροχής κινήτρων, αφενός οικονομικού χαρακτήρα (επιδότηση στην τιμή αγοράς, μείωση κόστους ταξινόμησης και χρήσης μέσω φορολογικών απαλλαγών, ειδική τιμολογιακή πολιτική στα προγράμματα ασφάλισης, μειωμένα διόδια, έκπτωση στην ακτοπλοΐα για το ηλεκτρικό όχημα κ.α.) και αφετέρου, σε αυτά που εμφανίζουν τη μορφή κινήτρων χρήσης (είσοδος και καθημερινή κυκλοφορία εντός των μεγάλων αστικών κέντρων, ελεύθερη στάθμευση στους Δήμους που εφαρμόζεται ελεγχόμενη στάθμευση, υποστήριξη δημιουργίας δικτύων παροχής ενέργειας για την επαναφόρτιση των οχημάτων κλπ.). Τα κίνητρα αυτά διαφοροποιούνται και ανάλογα με το αν παρέχονται για ιδιωτικά οχήματα, ΤΑΧΙ ή κρατικά οχήματα.

Ενεργειακή ασφάλεια

Για την ενεργειακή ασφάλεια, οι βασικοί στόχοι είναι η βέλτιστη αξιοποίηση και χρήση των εγχώριων ενεργειακών πηγών, κατά κύριο λόγο του αιολικού και ηλιακού δυναμικού, καθώς οι ΑΠΕ θα αναδειχθούν βαθμιαία ως ο νέος εθνικός ενεργειακός πόρος. Συμπληρωματικά, στο ευρύτερο πλαίσιο αξιοποίησης των εθνικών ενεργειακών πηγών εντάσσονται οι έρευνες για εξόρυξη και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων.
Επιδιώκεται επίσης:
  • Το αργότερο έως το 2030 να έχει αρθεί η ενεργειακή απομόνωση των νησιών και η συντριπτική πλειοψηφία αυτών να έχει διασυνδεθεί με το Ηπειρωτικό Σύστημα. Ο στόχος αυτός συνδέεται και με τον στόχο μείωσης της ενεργειακής εξάρτησης (που κυμαίνεται σήμερα στο 75%) με δεδομένο των κυρίαρχο ρόλο του εισαγόμενου πετρελαίου για την ηλεκτροπαραγωγή των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών.
  • Να αυξηθεί η διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και των προμηθευτών.
  • Να αναδειχθεί η χώρα ως περιφερειακός ενεργειακός κόμβος, μέσω της ενίσχυσης των διασυνοριακών διασυνδέσεων (Ελλάδα-Βουλγαρία, Ελλάδα-Β. Μακεδονία κλπ.) αλλά και των κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος έργων μεταφοράς/αποθήκευσης φυσικού αερίου (αγωγοί TAP, IGB, υπόγεια αποθήκη Καβάλας, FSRU Αλεξανδρούπολης).

Έρευνα – Καινοτομία – Ανταγωνιστικότητα

Η προώθηση της Έρευνας και Καινοτομίας θα εξακολουθήσει να αποτελεί προτεραιότητα και την περίοδο 2020-2030 ενισχύοντας σημαντικά τεχνολογίες που θα συμβάλλουν στην επίτευξη των ενεργειακών στόχων. Προς αυτή την κατεύθυνση, η ακαθάριστη εγχώρια δαπάνη για έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη αναμένεται να διπλασιαστεί στην εξεταζόμενη περίοδο με αποτέλεσμα να ανέλθει στο 0,13% του ΑΕΠ για το έτος 2030 στον τομέα Ενέργεια-Περιβάλλον, έναντι 0,06% του ΑΕΠ που ήταν το 2017.
Σε σχέση με την ανταγωνιστικότητα, ως προτεραιότητες αναδεικνύονται η βελτίωση της ενεργειακής έντασης και της έντασης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η μείωση του ενεργειακού κόστους και η αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας του ενεργειακού τομέα. Η αξιοποίηση εξειδικευμένου επιστημονικού και τεχνικού ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί κεντρική προτεραιότητα του ενεργειακού σχεδιασμού.

Μηχανισμός διακυβέρνησης ΕΣΕΚ

Η επίτευξη των στόχων έως το έτος 2030 στο πλαίσιο του ΕΣΕΚ απαιτεί την εφαρμογή ενός μηχανισμού που θα διασφαλίσει τόσο την αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων πολιτικής που περιλαμβάνονται στο παρόν ΕΣΕΚ, όσο και τον ανασχεδιασμό των υφιστάμενων και το σχεδιασμό νέων με στόχο την επίτευξη των στόχων και τη μεγιστοποίηση των συνεργειών μεταξύ διατομεακών πολιτικών. Η ανάπτυξη ενός ενιαίου πλαισίου διακυβέρνησης, μέσω του οποίου θα παρακολουθείται και θα αξιολογείται, με συνεκτικό τρόπο, τόσο το σύνολο των μέτρων πολιτικής που προβλέπονται στο παρόν ΕΣΕΚ έως το έτος 2030, όσο και η συνεισφορά των εμπλεκομένων μερών κατά την εφαρμογή τους αποτελεί βασική προτεραιότητα. Κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη και την εφαρμογή αυτού του πλαισίου διακυβέρνησης αναλαμβάνει η Κυβερνητική Επιτροπή για την Ενέργεια και το Κλίμα.
Η εφαρμογή του ενιαίου πλαισίου θα εξειδικευτεί με τον καθορισμό συγκεκριμένων διαδικασιών που θα ακολουθούνται σε όλη την περίοδο 2021-2030. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι, οι συγκεκριμένες διαδικασίες θα αφορούν στην παρακολούθηση, στον έλεγχο και εποπτεία της υλοποίησης των πολιτικών και μέτρων που περιλαμβάνονται στο ΕΣΕΚ καθώς και στην αξιολόγηση της προόδου επίτευξης των εθνικών στόχων, με σαφή αναφορά στις αρμοδιότητες και υποχρεώσεις όλων των εμπλεκομένων φορέων. Αποτέλεσμα της εφαρμογής του ενιαίου πλαισίου διακυβέρνησης θα είναι η διασφάλιση της συνέχειας των πολιτικών και μέτρων που θα εφαρμοστούν καθώς και της συνέπειας των θεσμικών φορέων, τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα, που εμπλέκονται στην εφαρμογή τους.
Βασική συνιστώσα του ενιαίου πλαισίου διακυβέρνησης είναι η ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου Μηχανισμού Παρακολούθησης των εφαρμοζόμενων πολιτικών και μέτρων. Ο συγκεκριμένος μηχανισμός θα περιλαμβάνει διαδικασίες για τη συνεχή παρακολούθηση τόσο της επίτευξης των επιμέρους στόχων του ΕΣΕΚ, όσο και των επιδόσεων και επιπτώσεων κάθε μέτρου πολιτικής ξεχωριστά με τη χρήση και σχετικών κρίσιμων δεικτών απόδοσης.