Διανύουμε μια περίοδο όπου η έννοια της εξοικονόμησης ενέργειας ακούγεται συνέχεια από όλο και περισσότερα χείλη. Ο αγώνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και του μεγαλύτερου μέρους του κόσμου, για μείωση των αερίων του θερμοκηπίου, η διαρκής ανανέωση της νομοθεσίας με στόχους και δράσεις  για αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας αλλά και η αγωνία των επιχειρήσεων να μειώσουν τα λειτουργικά τους έξοδα, έχουν οδηγήσει στο ολοένα και αυξανόμενο ενδιαφέρον της αγοράς για το θέμα αυτό.

Καινούριες έννοιες και διαδικασίες εμφανίζονται καθημερινά, όπως και η διαδικασία του ενεργειακού ελέγχου για τις μη μικρομεσαίες επιχειρήσεις αλλά και για την απόδειξη ωριμότητας έργων σε προγράμματα χρηματοδότησης.
Η διαδικασία του ενεργειακού ελέγχου προβλέπει την ανάπτυξη συστημάτων ενεργειακής διαχείρισης για τις υπόχρεες επιχειρήσεις, αν όχι για τον πρώτο έλεγχο, οπωσδήποτε για όλους τους επόμενους.

Γιατί όμως πρέπει να αναπτύξει σύστημα ενεργειακής διαχείρισης μια επιχείρηση;

Υπάρχει ένα γνωστό ρητό που λέει ότι «δε μπορείς να διαχειριστείς κάτι που δεν το μετράς». Δηλαδή πως μπορούμε να εξοικονομήσουμε ενέργεια αν δε γνωρίζουμε που την καταναλώνουμε; Στο σημείο αυτό είναι που εμφανίζεται η αναγκαιότητα ενός συστήματος ενεργειακής διαχείρισης.

Αρχικά θα πρέπει να διευκρινίσουμε τι είναι το σύστημα ενεργειακής διαχείρισης

Ουσιαστικά είναι ένα σύστημα που καλύπτει τις απαιτήσεις του παραρτήματος VI του Ν.4342/2015. Δηλαδή διαθέτει επικαιροποιημένα, μετρήσιμα, ανιχνεύσιμα, λειτουργικά δεδομένα τα οποία αποθηκεύονται ώστε να είναι δυνατή η εκ των υστέρων ανάλυσης της απόδοσης.
Αυτό είναι το βασικό και θεμελιώδες στοιχείο ενός συστήματος ενεργειακής διαχείρισης: οι καταγραφές. Οι οποίες καταγραφές αφορούν τόσο μετρήσεις ενέργειας (ηλεκτρικής, φυσικού αερίου, θερμιδομέτρησης κ.λπ.) όσο και λειτουργικά χαρακτηριστικά των εγκαταστάσεων όπως θερμοκρασίες, και πιέσεις νερού, αέρα ή άλλου μέσου, ποσοστά φόρτισης συσκευών, ποσοστά ανοίγματος βαλβίδων ή διαφραγμάτων κλπ.
Πέραν όμως των καταγραφών, ένα σύστημα ενεργειακής διαχείρισης σκοπό έχει να διαχειριστεί τις καταγραφές αυτές και να δώσει σημαντικές πληροφορίες για τη λειτουργία των εγκαταστάσεων και να αποκαλύψει πρόσθετους τρόπους για βελτίωση της απόδοσής τους.
Παράλληλα μέσω των στοιχείων αυτών είναι δυνατός ο διαρκής έλεγχος της ομαλής λειτουργίας των εγκαταστάσεων και παράλληλα μπορεί να αξιολογείται η όποια δράση εξοικονόμησης προτείνεται.
Για παράδειγμα σε μια εγκατάσταση κλιματισμού με δύο ή περισσότερους ψύκτες είναι δυνατή η μέτρηση της ηλεκτρικής κατανάλωσης κάθε ψύκτη παράλληλα με κάποια από τα στοιχεία λειτουργίας τους όπως οι θερμοκρασίες προσαγωγής και επιστροφής του καθενός, το ποσοστό φόρτισης τους και η θερμοκρασία περιβάλλοντος.
Με την παρατήρηση των στοιχείων αυτών είναι δυνατή η αξιολόγηση του συστήματος παραλληλισμού των ψυκτών, ο αλγόριθμος δηλαδή με τον οποίο γίνεται η εκκίνηση και η παύση κάθε ψύκτη ανάλογα με τη ζήτηση φορτίου.
Είναι για παράδειγμα πιο αποδοτικό να λειτουργεί ένας ψύκτης στο 80% ή μήπως δύο στο 40%, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη και την κατανάλωση των αντλιών πρωτεύοντος. Ή επίσης να διερευνηθεί ο αλγόριθμός βάσει του οποίου θα γίνεται η εκκίνηση αλλά και ο τερματισμός της εγκατάστασης με βάση την έναρξη και τη λήξη του ωραρίου λειτουργίας του κτηρίου και άλλες παραμέτρους όπως η εσωτερική θερμοκρασία και η θερμοκρασία περιβάλλοντος ή η μέση θερμοκρασία των προηγούμενων ημερών.

Και το πιο σημαντικό

Να αξιολογηθεί ο όποιος αλγόριθμος ελέγχου επιλεγεί αν τελικά είναι σωστός, μετρώντας τα αποτελέσματα των καταγραφών μετά την εφαρμογή του.
Επομένως αυτό το οποίο αποτελεί σήμερα τροχοπέδη για την υλοποίηση των διαδικασιών αυτών από τις επιχειρήσεις, δηλαδή η διάθεση πόρων (οικονομικών και ανθρωπίνων) για το σκοπό αυτό, μπορεί να υπερκεραστεί από την εξοικονόμηση κόστους που μπορεί να επιτευχθεί.

Πως όμως πρέπει να σχεδιασθεί ένα σύστημα ενεργειακής διαχείρισης;

Ένα από τα πρώτα στοιχεία που πρέπει να διερευνηθεί είναι η έκταση που θα καλύπτει. Ένα σύστημα με τεράστιο αριθμό μετρητών και καταγραφή όλων των πιθανών σημείων λειτουργίας προφανώς δίνει μια πλήρη εικόνα των εγκαταστάσεων, από την άλλη όμως έχει αυξημένο κόστος υλοποίησης και διαχείρισης, πιθανότατα πολύ μεγαλύτερο από όποιο κόστος αποσκοπούμε να εξοικονομήσουμε.
Για αυτό το λόγο ένα σύστημα ενεργειακής διαχείρισης πρέπει να έχει δυνατότητες σταδιακής επέκτασης. Μια πιθανή προσέγγιση μπορεί να είναι η ανάπτυξη ενός συστήματος το οποίο αρχικά ελέγχει συνοπτικά τις εγκαταστάσεις και σταδιακά εμβαθύνει περισσότερο στα σημεία εκείνα που διαπιστώνεται η μεγαλύτερη κατανάλωση ενέργειας.
Το δεύτερο σημείο διερεύνησης είναι ο τρόπος που θα γίνονται οι καταγραφές αλλά και πως θα ανακτώνται. Τα περισσότερα συστήματα κεντρικού ελέγχου (BMS) που είναι εγκατεστημένα σε κτήρια για παράδειγμα έχουν δυνατότητα καταγραφής δεδομένων η ανάκτησή τους όμως συνήθως δε γίνεται αυτόματα και επομένως είναι δύσχρηστη.
Οι καταγραφές άλλωστε είναι το πιο σημαντικό στοιχείο για ένα πολύ απλό και βασικό λόγο: αν δεν υπάρχουν, δε μπορούν να δημιουργηθούν! Επομένως είναι κρίσιμο για την ανάπτυξη ενός συστήματος ενεργειακής διαχείρισης να ξεκινήσουν άμεσα οι καταγραφές των δεδομένων.
Εξίσου σημαντικός είναι και ο τρόπος διαχείρισης όλων αυτών των δεδομένων. Ο μεγάλος όγκος δεδομένων απαιτεί διαδικασίες αυτόματης επεξεργασίας για τη ορθότερη και αποδοτικότερη αξιολόγησή τους.
Η δημιουργία δεικτών απόδοσης δίνει τη δυνατότητα για τον άμεσο εντοπισμό προβλημάτων στη λειτουργίας κάποιας εγκατάστασης και την περαιτέρω διερεύνησή τους εφόσον απαιτηθεί.
Για παράδειγμα η δημιουργία ενός δείκτη για την απόδοση ενός ψύκτη σε σχέση με τις βαθμοημέρες ψύξης ή με το ποσοστό φόρτισής του μπορεί να αποτελεί ένα κριτήριο για τον έλεγχο της ομαλής λειτουργίας του.
Η υπέρβαση ενός ορίου σημαίνει ότι θα πρέπει να διερευνηθούν περαιτέρω τα υπόλοιπα σημεία λειτουργίας και να διαπιστωθεί αν το πρόβλημα αυτό οφείλεται στην αλλαγή π.χ. κάποιου setpoint ή μπορεί να σημαίνει την ανάγκη συντήρησης της μονάδας.
Θεωρείται δεδομένο ότι οι συνθήκες οδηγούν στην ανάπτυξη συστημάτων ενεργειακής διαχείρισης όχι γιατί αυτό είναι μια θεσμική απαίτηση για τις επιχειρήσεις, αλλά γιατί θα ανακαλύπτονται σταδιακά οι ευεργετικές συνέπειες από την εφαρμογή του τόσο στη μείωση των λειτουργικών δαπανών και δαπανών όσο και στην αύξηση της διαθεσιμότητας και του χρόνου ζωής των εγκαταστάσεων. Αντίστοιχα θα αναπτύσσονται από τις εταιρείες υπεύθυνοι ή ομάδες ατόμων για την ενεργειακή διαχείριση.
Όσο πιο γρήγορα επομένως διαπιστώσει η διοίκηση μιας επιχείρησης την αναγκαιότητα των διαδικασιών αυτών, τόσο πιο άμεσα θα μπορεί να εκμεταλλευτεί τα οφέλη που θα προκύψουν και να ισχυροποιήσει τη θέση της έναντι των ανταγωνιστών της.
* Άρθρο του Γιώργου Παντελίδη, ZEB AEEY, Μηχανολόγου Μηχανικού ΕΜΠ (MSc Imperial College, EUREM)

gpant@zeb.gr